ρινικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ρινικός ρινική ρινικό
γενική ρινικού ρινικής ρινικού
αιτιατική ρινικό ρινική ρινικό
κλητική ρινικέ ρινική ρινικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρινικοί ρινικές ρινικά
γενική ρινικών ρινικών ρινικών
αιτιατική ρινικούς ρινικές ρινικά
κλητική ρινικοί ρινικές ρινικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρινικός < ρίνα + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ρινικός

  1. ο σχετικός με την ρίνα
  2. ο σχετικός με την ρίνα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]