σηροτροφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σηροτροφία οι σηροτροφίες
      γενική της σηροτροφίας των σηροτροφιών
    αιτιατική τη σηροτροφία τις σηροτροφίες
     κλητική σηροτροφία σηροτροφίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σηροτροφία < σηροτρόφος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σηροτροφία θηλυκό

  1. η τέχνη της εκτροφής μεταξοσκωλήκων για την παραγωγή μεταξιού
  2. η βιοτεχνία ή βιομηχανία, το μέρος εκτροφής βομβύκων για την παραγωγή μπρισιμιού ή μεταξονημάτων

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]