στιγματισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στιγματισμένος στιγματισμένη στιγματισμένο
γενική στιγματισμένου στιγματισμένης στιγματισμένου
αιτιατική στιγματισμένο στιγματισμένη στιγματισμένο
κλητική στιγματισμένε στιγματισμένη στιγματισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στιγματισμένοι στιγματισμένες στιγματισμένα
γενική στιγματισμένων στιγματισμένων στιγματισμένων
αιτιατική στιγματισμένους στιγματισμένες στιγματισμένα
κλητική στιγματισμένοι στιγματισμένες στιγματισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στιγματισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στιγματίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

στιγματισμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: στιγματίζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]