συλλεκτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συλλεκτικός συλλεκτική συλλεκτικό
γενική συλλεκτικού συλλεκτικής συλλεκτικού
αιτιατική συλλεκτικό συλλεκτική συλλεκτικό
κλητική συλλεκτικέ συλλεκτική συλλεκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συλλεκτικοί συλλεκτικές συλλεκτικά
γενική συλλεκτικών συλλεκτικών συλλεκτικών
αιτιατική συλλεκτικούς συλλεκτικές συλλεκτικά
κλητική συλλεκτικοί συλλεκτικές συλλεκτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συλλεκτικός < συλλέγω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.lɛ.kti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /si.lɛ.kti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /si.lɛ.kti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συλλεκτικός, -ή, -ό

  1. που σχετίζεται με τη συγκέντρωση πραγμάτων
  2. που σχετίζεται με το συλλέκτη

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • συλλεκτικό αντικείμενο (κομμάτι, ...) : καθετί που αξίζει να μπει σε συλλογή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]