συμβεβηκός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμβεβηκός < αρχαία ελληνική συμβεβηκός < συμβαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμβεβηκός ουδέτερο

  1. τυχαίο, απρόβλεπτο γεγονός
    Από γαλλική σκοπιά είμαι άνθρωπος από τη φύση μου και Γάλλος κατά ιστορικό συμβεβηκός. Από γερμανική σκοπιά είμαι Γερμανός και άνθρωπος χάρη και μέσα από την γερμανικότητά μου. (Α. Ελεφάντης, Το έθνος του Διαφωτισμού)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]