συστραμμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συστραμμένος συστραμμένη συστραμμένο
γενική συστραμμένου συστραμμένης συστραμμένου
αιτιατική συστραμμένο συστραμμένη συστραμμένο
κλητική συστραμμένε συστραμμένη συστραμμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συστραμμένοι συστραμμένες συστραμμένα
γενική συστραμμένων συστραμμένων συστραμμένων
αιτιατική συστραμμένους συστραμμένες συστραμμένα
κλητική συστραμμένοι συστραμμένες συστραμμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συστραμμένος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συστρέφω

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]