σύμβολον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σύμβολον συμβόλω σύμβολα
Γενική συμβόλου συμβόλοιν συμβόλων
Δοτική συμβόλ συμβόλοιν συμβόλοις
Αιτιατική σύμβολον συμβόλω σύμβολα
Κλητική σύμβολον συμβόλω σύμβολα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύμβολον ουδέτερο

αρχαία ελληνική

(Για τους πρωτο-χριστιανούς) Αντικείμενο σπασμένο σε δυο κομμάτια, που χρησιμεύει σαν σημείο αναγνώρισης στους ανθρώπους που έχουν μαζί τους αυτά τα δυο κομμάτια, εφόσον μπορούν να τα βάλουν μαζί (συμβάλλω), ξαναφτιάχνοντας έτσι το πρώτο αντικείμενο.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]