ταμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ταμένος ταμένη ταμένο
γενική ταμένου ταμένης ταμένου
αιτιατική ταμένο ταμένη ταμένο
κλητική ταμένε ταμένη ταμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ταμένοι ταμένες ταμένα
γενική ταμένων ταμένων ταμένων
αιτιατική ταμένους ταμένες ταμένα
κλητική ταμένοι ταμένες ταμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταμένος, παθητική μετοχή του ρήματος τάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ταμένος, -η, -ο

  1. αυτός που αποτελεί αντικείμενο τάματος στο Θεό η σε άγιο
    Την είχαν ταμένη στην Αγία Βαρβάρα.
  2. ο αφιερωμένος σε (ιερό) σκοπό ή ιδέα
    Είναι ταμένος αντικομφορμιστής.

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]