ταντάλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταντάλιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική tantalum < αρχαία ελληνική Τάνταλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταντάλιο ουδέτερο, μόνο στον ενικό

  1. (χημεία) μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 73 και χημικό σύμβολο το Ta
     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική το ταντάλιο
      γενική του τανταλίου
    αιτιατική το ταντάλιο
     κλητική ταντάλιο
Παράρτημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]