τερατολογία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τερατολογία < αρχαία ελληνική τερατολογία < τέρας + λέγω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τερατολογία θηλυκό
- απαίσια, χυδαία, υβριστικά, συκοφαντικά ή μειωτικά λόγια
- παρατραβηγμένη μεταφυσική αφήγηση ιστορίας που έχει ως χαρακτήρες τέρατα
- (κατ’ επέκταση) μεγάλο ψέμα
- ※ αν στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης το καραμανλικό σχήμα περί «αριστεροχουντισμού» (που καταγγέλθηκε τότε πάνδημα σαν ασύγγνωστη τερατολογία) απέβλεπε κυρίως στον στιγματισμό και την υπονόμευση μιας Αριστεράς που μειοψηφούσε μεν συντριπτικά στο Κοινοβούλιο αλλά κυριαρχούσε αριθμητικά στο πεζοδρόμιο ... (Χωροταξικός «αριστεροχουντισμός», 16/07/23, efsyn.gr )
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τις λέξεις τερατολόγος, τέρας και λέγω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τερατολογία