τιμάριθμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τιμάριθμος οι τιμάριθμοι
      γενική του τιμάριθμου
τιμαρίθμου
των τιμάριθμων
τιμαρίθμων
    αιτιατική τον τιμάριθμο τους τιμάριθμους
τιμαρίθμους
     κλητική τιμάριθμε τιμάριθμοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τιμάριθμος < τιμή + αριθμός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ti.'ma.ɾiθ.mɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τιμάριθμος αρσενικό

  1. (οικονομία) δείκτης για τη μέτρηση του κόστους της διαβίωσης, που βασίζεται στις μεταβολές των τιμών των αγαθών ανάμεσα σε δύο χρονικές περιόδους
    άνοδος / πτώση του τιμάριθμου
    ο τιμάριθμος κυμάνθηκε στο πρώτο τρίμηνο σε ικανοποιητικά επίπεδα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]