τροχονόμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τροχονόμος τροχονόμοι
γενική τροχονόμου τροχονόμων
αιτιατική τροχονόμο τροχονόμους
κλητική τροχονόμε τροχονόμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τροχονόμος < τροχ(ός) + -ο- + -νόμος κατά το αστυνόμος[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τροχονόμος αρσενικό ή θηλυκό

  1. μέλος του τμήματος τροχαίας της αστυνομίας, ένστολος επιφορτισμένος με το έργο της τήρησης της κίνησης στους δημόσιους δρόμους
  2. σχολικός τροχονόμος: υπάλληλος ή εθελοντής που επιβλέπει την ασφαλή διάβαση δρόμων με τροχαία κυκλοφορία από παιδιά που πηγαίνουν στο σχολείο τους
  3. (παρωχημένο) (συνεκδοχικά) η διασταύρωση στην οποία υπήρχε ειδικό ανοικτό κουβούκλιο για τροχονόμους

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. τροχονόμος στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.