τσεκουράτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τσεκουράτος τσεκουράτη τσεκουράτο
γενική τσεκουράτου τσεκουράτης τσεκουράτου
αιτιατική τσεκουράτο τσεκουράτη τσεκουράτο
κλητική τσεκουράτε τσεκουράτη τσεκουράτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τσεκουράτοι τσεκουράτες τσεκουράτα
γενική τσεκουράτων τσεκουράτων τσεκουράτων
αιτιατική τσεκουράτους τσεκουράτες τσεκουράτα
κλητική τσεκουράτοι τσεκουράτες τσεκουράτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσεκουράτος < τσεκούρι + -άτος < μεσαιωνική ελληνική τσεκούριον < ελληνιστική κοινή σεκούριον < λατινική securis < seco (κόβω) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sek- (κόβω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τσεκουράτος -η, -ο

  1. κοφτερός σαν τσεκούρι
  2. (μεταφορικά) ο δηκτικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]