υποαπασχόληση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υποαπασχόληση υποαπασχολήσεις
γενική υποαπασχόλησης
& υποαπασχολήσεως
υποαπασχολήσεων
αιτιατική υποαπασχόληση υποαπασχολήσεις
κλητική υποαπασχόληση υποαπασχολήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποαπασχόληση < υπο- + απασχόληση, απασχόλη(σις) + -ση < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική underemployment[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pɔ.a.paˈsxɔ.li.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υποαπασχόληση θηλυκό

  1. περιορισμένη απασχόληση ατόμου με λίγες ώρες εργασίας
  2. (οικονομία) περιορισμένη προσφορά εργασίας είτε ως προς τις ώρες εργασίας, είτε ως προς τον αριθμό θέσεων εργασίας

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές [επεξεργασία]

  1. υποαπασχόληση στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.