υποδαυλισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υποδαυλισμένος υποδαυλισμένη υποδαυλισμένο
γενική υποδαυλισμένου υποδαυλισμένης υποδαυλισμένου
αιτιατική υποδαυλισμένο υποδαυλισμένη υποδαυλισμένο
κλητική υποδαυλισμένε υποδαυλισμένη υποδαυλισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υποδαυλισμένοι υποδαυλισμένες υποδαυλισμένα
γενική υποδαυλισμένων υποδαυλισμένων υποδαυλισμένων
αιτιατική υποδαυλισμένους υποδαυλισμένες υποδαυλισμένα
κλητική υποδαυλισμένοι υποδαυλισμένες υποδαυλισμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

υποδαυλισμένος, -η, -ο





Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]