υποσιτισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υποσιτισμός υποσιτισμοί
γενική υποσιτισμού υποσιτισμών
αιτιατική υποσιτισμό υποσιτισμούς
κλητική υποσιτισμέ υποσιτισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποσιτισμός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υποσιτισμός αρσενικό

  1. η λήψη ελλιπούς, ελάχιστης τροφής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]