χαλαρότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χαλαρότητα οι χαλαρότητες
      γενική της χαλαρότητας των χαλαροτήτων
    αιτιατική τη χαλαρότητα τις χαλαρότητες
     κλητική χαλαρότητα χαλαρότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλαρότητα < χαλαρός + -ότης/-ότητα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαλαρότητα θηλυκό

  • η ιδιότητα του χαλαρού
    1. η σχετική βραδύτητα στους ρυθμούς εργασίας
    2. η όχι και τόσο αυστηρή εφαρμογή νόμων και κανονισμών

Μεταφράσεις[επεξεργασία]