χιμπατζής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

μητέρα χιμπατζής με το μωρό της

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιμπατζής < αγγλική chimpanzee < ci-mpenzi (λέξη μιας αταξινόμητης διαλέκτου της γλώσσας Μπαντού στην Αγκόλα)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /çi.ban.ˈd͡zis/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χιμπατζής αρσενικό

  1. (ζωολογία) μεγάλος δενδρόβιος πίθηκος που ζει στη δυτική Αφρική, και θεωρείται βιολογικά το πλησιέστερο είδος στον άνθρωπο
  2. (μεταφορικά) δύσμορφος άνθρωπος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]