χλεμπονιάρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική χλεμπονιάρης χλεμπονιάρα χλεμπονιάρικο
γενική χλεμπονιάρη χλεμπονιάρας χλεμπονιάρικου
αιτιατική χλεμπονιάρη χλεμπονιάρα χλεμπονιάρικο
κλητική χλεμπονιάρη χλεμπονιάρα χλεμπονιάρικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χλεμπονιάρηδες χλεμπονιάρες χλεμπονιάρικα
γενική χλεμπονιάρηδων χλεμπονιάρικων
αιτιατική χλεμπονιάρηδες χλεμπονιάρες χλεμπονιάρικα
κλητική χλεμπονιάρηδες χλεμπονιάρες χλεμπονιάρικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

χλεμπονιάρης < χλεμπόνα + -ιάρης

Open book 01.svg Επίθετο

χλεμπονιάρης, -α, -ικο

  1. (παρωχημένο) (κυριολεκτικά) νηστικός, ψωμοζήτουλας
  2. (παρωχημένο) (μεταφορικά) κιτρινιάρης, πελιδνός, χτικιάρης, ωχρός
  3. (μεταφορικά) ο απαίσιος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις