ψευδοφάρμακο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ψευδοφάρμακο | τα | ψευδοφάρμακα |
| γενική | του | ψευδοφάρμακου & ψευδοφαρμάκου |
των | ψευδοφάρμακων & ψευδοφαρμάκων |
| αιτιατική | το | ψευδοφάρμακο | τα | ψευδοφάρμακα |
| κλητική | ψευδοφάρμακο | ψευδοφάρμακα | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ψευδοφάρμακο < ψευδο- + φάρμακο ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική placebo)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ψευδοφάρμακο ουδέτερο
- (ιατρική, φαρμακευτική) εικονικό, ανενεργό ή αδρανές φάρμακο ή ουσία που χορηγείται σε ασθενή ή σε εθελοντή, προκειμένου να ελεγχθεί η αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου ή εμβολίου
- ※ Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν έδειξαν ότι τα ψευδοφάρμακα βελτιώνουν την κατάσταση ασθενών που πάσχουν από κατάθλιψη, πόνους ή υπέρταση. ( εφημερίδα Καθημερινή, 28.05.2008])
- ※ Αυτό συμπέρανε μια νέα μικρή αμερικανική έρευνα, που έγινε με τη χρήση εικονικών φαρμάκων (πλασέμπο), η οποία έρχεται να προστεθεί σε μια ολοένα αυξανόμενη λίστα μελετών που επιβεβαιώνουν τη δύναμη του νου -και κατά συνέπεια των ψευδοφαρμάκων- πάνω στο σώμα. (Placebo: Πώς η δύναμη του νου κάνει ασθενείς να πιστεύουν ότι ανύπαρκτα φάρμακα τους ανακουφίζουν, εφημ. Πρώτο Θέμα, 29/01/2015 )
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ψευδο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Φαρμακευτική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)