ψεῦδος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψεῦδος < ψεύδω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψεῦδος-εος ουδέτερο ( & επικός τύπος ψύθος)

  1. ψέμα
    ψεύδεσσιν θέλγειν (με τα ψέματα θέλγει -στον Όμηρο)
    οὐ ψεύδεϊ τέγξω λόγον (στον Πίνδαρο)
  2. στον Πλάτωνα έχει συχνά την έννοια του ψευδούς ( του επιθέτου) και αντιστρόφως το επίθετο έχει την έννοια του ουσιαστικού (Ίσως επειδή το ψευδές, ως ουδέτερο του ψευδής αρχικά δεν ήταν σε χρήση όσο το αρσενικό και το θηλυκο. Χρησιμοποιουσαν αντ' αυτού το ψεῦδος. Το ψευδές φέρεται να μπήκε στη γλώσσα αργότερα)
  3. (ελληνιστική έννοια) λανθασμένος
    συλλογισμὸς τοῦ ψεύδους (αναληθής, εσφαλμένος, χωρίς πρόθεση ψέματος)
  4. (μεταγενέστερη έννοια) φακίδες ή άλλα σημάδια στα νύχια και στη μύτη (ίσως υπήρχε πρόληψη ότι τα έβγαζαν οι ψεύτες, ή σχήμα λόγου όπως σήμερα λέγεται "μακραίνει η μύτη του ψεύτη σαν του Πινόκιο")
Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ψεῦδος ψεύδει ψεύδη
Γενική ψεύδους ψευδοῖν ψευδῶν
Δοτική ψεύδει ψευδοῖν ψεύδεσι(ν)
Αιτιατική ψεῦδος ψεύδει ψεύδη
Κλητική ψεῦδος ψεύδει ψεύδη

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • εκτός από τους συνηρημένους τύπους ήταν σε χρήση και άλλοι
  • γενική ενικού και ψεύδεος
  • ονομ. πληθ. και ψεύδεα
  • γενική πληθ. και ψευδέων
  • δοτ. πληθ. και ψεύδεσσινν και ψευδέσσιν

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • οὐδὲν ἕρπει ψεῦδος εἰς γῆρας χρόνου: Σοφοκλής στους Ιχνευτές (κανένα ψέμα δεν αντέχει στο χρόνο)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]