ψυχοσωματικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψυχοσωματικός ψυχοσωματική ψυχοσωματικό
γενική ψυχοσωματικού ψυχοσωματικής ψυχοσωματικού
αιτιατική ψυχοσωματικό ψυχοσωματική ψυχοσωματικό
κλητική ψυχοσωματικέ ψυχοσωματική ψυχοσωματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψυχοσωματικοί ψυχοσωματικές ψυχοσωματικά
γενική ψυχοσωματικών ψυχοσωματικών ψυχοσωματικών
αιτιατική ψυχοσωματικούς ψυχοσωματικές ψυχοσωματικά
κλητική ψυχοσωματικοί ψυχοσωματικές ψυχοσωματικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχοσωματικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική psychosomatique

Επίθετο[επεξεργασία]

ψυχοσωματικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με παθήσεις που προκαλούνται ή επιδεινώνονται από ψυχικούς παράγοντες

Μεταφράσεις[επεξεργασία]