Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀρνίον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἀρνίον τὰ ἀρνί
      γενική τοῦ ἀρνίου τῶν ἀρνίων
      δοτική τῷ ἀρνί τοῖς ἀρνίοις
    αιτιατική τὸ ἀρνίον τὰ ἀρνί
     κλητική ! ἀρνίον ἀρνί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀρνίω
γεν-δοτ τοῖν  ἀρνίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «τέκνον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀρνίον < (ἀρήν) ἀρν- + υποκοριστικό επίθημα -ίον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀρνίον ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)

  1. (θηλαστικό ζώο, υποκοριστικό του ἀρήν), το αρνάκι
  2. (συνεκδοχικά) δέρμα αρνίσιο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]