ἄλγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : άλγος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄλγος ἄλγει ἄλγη
Γενική ἄλγους ἀλγοῖν ἀλγῶν
Δοτική ἄλγει ἀλγοῖν ἄλγεσι(ν)
Αιτιατική ἄλγος ἄλγει ἄλγη
Κλητική ἄλγος ἄλγει ἄλγη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄλγος < πιθανόν από το ἀλέγω (α αθροιστικό + λέγω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄλγος ουδέτερο

  1. πόνος
  2. βάσανο
    ... πολλὰ δ' ὅ γ' ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν, ... (Οδύσσεια, ραψωδία Α, στίχος 4)
  3. ό,τι προκαλεί πόνο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]