Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὁπλίτης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: οπλίτης, Ὁπλίτης

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Οπλίτες σε αμφορέα του 540-520 π.Χ.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὁπλίτης, ήδη στον Αισχύλο, 6ος/5ος αιώνας < ὅπλ(ον) + -ίτης

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ho.plǐː.tɛːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
ΔΦΑ : /oˈpli.tis/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πλίτης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὁπλίτης, -ου αρσενικό

  1. (στρατιωτικός όρος) βαριά οπλισμένος πεζός
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Κριτίας, 119b
    ἀναβάτας, ἔτι δὲ συνωρίδα χωρὶς δίφρου καταβάτην τε μικράσπιδα καὶ τὸν ἀμφοῖν μετ' ἐπιβάτην τοῖν ἵπποιν ἡνίοχον ἔχουσαν, ὁπλίτας δὲ δύο καὶ τοξότας σφενδονήτας τε ἑκατέρους δύο, γυμνῆτας δὲ λιθοβόλους καὶ ἀκοντιστὰς τρεῖς ἑκατέρους, ναύτας δὲ τέτταρας εἰς πλήρωμα διακοσίων καὶ χιλίων νεῶν.
  2. (σε επιθετική λειτουργία) (θηλυκό ὁπλῖτις)
    παράδειγμα  ἀνὴρ ὁπλίτης, ὁπλίτης δρόμος, ὁπλίτης στρατός, ὁπλίτης κόσμος (η πανοπλία)
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας, στίχ. 466 (465-469)
    ἐσχημάτισται δ᾽ ἀσπὶς οὐ σμικρὸν τρόπον· | ἀνὴρ [δ᾽] ὁπλίτης κλίμακος προσαμβάσεις | στείχει πρὸς ἐχθρῶν πύργον, ἐκπέρσαι θέλων. | βοᾷ δὲ χοὖτος γραμμάτων ἐν ξυλλαβαῖς, | ὡς οὐδ᾽ ἂν Ἄρης σφ᾽ ἐκβάλοι πυργωμάτων.
    Κι η ασπίδα του έχει διόλου ταπεινό σημάδι, | έναν οπλίτη που ανεβαίνει σκάλα επάνω σε πύργο εχθρών μ᾽ απόφαση για να τον πάρει· | και με ψηφιά κι αυτός φωνάζει συθεμένα | πως ούτε κι ο Άρης θα τον βγάλει από τους πύργους.
    Μετάφραση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greeklanguage.gr

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 δείτε και ὅπλον

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ὁπλῑτα-
ονομαστική ὁπλίτης οἱ ὁπλῖται
      γενική τοῦ ὁπλίτου τῶν ὁπλιτῶν
      δοτική τῷ ὁπλίτ τοῖς ὁπλίταις
    αιτιατική τὸν ὁπλίτην τοὺς ὁπλίτᾱς
     κλητική ! ὁπλῖτ ὁπλῖται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὁπλίτ
γεν-δοτ τοῖν  ὁπλίταιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'στρατιώτης' όπως «στρατιώτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά