mundus
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- mundus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *mh₂nd- (κοσμώ, στολίζω)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mundus αρσενικό
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | mundus | mundī |
| γενική | mundī | mundōrum |
| δοτική | mundō | mundīs |
| αιτιατική | mundum | mundōs |
| κλητική | munde | mundī |
| αφαιρετική | mundō | mundīs |
Επίθετο
[επεξεργασία]mundus αρσενικό