pad

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Σερβοκροατικά (sh) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ονομαστική pad padovi
γενική pada padóvā
δοτική padu padovima
αιτιατική pad padove
κλητική pade padovi
τοπική padu padovima
οργανική padom padovima

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

pad < πρωτοσλαβική γλώσσα *pasti < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ped-, *pod- (Συγγενές με τα (αρχαία ελληνική ) πέδον, πούς κ.ά.)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pâːd/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pȃd αρσενικό (κυριλλική γραφή: па̑д)