pad
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pad | pads |
pad (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]pad (en)
Υπώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
pad στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]
Σερβοκροατικά (sh)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| ονομαστική | pad | padovi |
| γενική | pada | padóvā |
| δοτική | padu | padovima |
| αιτιατική | pad | padove |
| κλητική | pade | padovi |
| τοπική | padu | padovima |
| οργανική | padom | padovima |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- pad < πρωτοσλαβική γλώσσα *pasti < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ped-, *pod- (Συγγενές με τα (αρχαία ελληνική) πέδον, πούς κ.ά.)