transcription

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
transcription transcriptions

transcription (en)

  1. μεταγραφή
  2. (γλωσσολογία) φωνητική μεταγραφή, αναπαράσταση της ομιλίας με φωνητικά σύμβολα
  3. (μουσική) μεταγραφή, προσαρμογή μουσικού έργου

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

transcription < λατινική transcriptio < transcribere

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tʁɑ̃s.kʁip.sjɔ̃/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
transcription transcriptions

transcription (fr) θηλυκό

  1. η καταγραφή, η ακριβής καταγραφή, μεταφορά ενός κειμένου σε άλλο πλαίσιο, σε άλλη βάση
  2. (μουσική) μεταγραφή, προσαρμογή μουσικού έργου

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]