φωνητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός
ονομαστική φωνητικός φωνητική φωνητικό
γενική φωνητικού φωνητικής φωνητικού
αιτιατική φωνητικό φωνητική φωνητικό
κλητική φωνητικέ φωνητική φωνητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φωνητικοί φωνητικές φωνητικά
γενική φωνητικών φωνητικών φωνητικών
αιτιατική φωνητικούς φωνητικές φωνητικά
κλητική φωνητικοί φωνητικές φωνητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φωνητικός < ελληνιστικό επίθετο (το φωνητικόν: η ικανότητα λόγου)

Open book 01.svg Επίθετο[]

φωνητικός

  1. σχετικός με τη φωνή
    οι φωνητικές χορδές
  2. τα φωνητικά: το τμήμα ενός έργου όπου δεν εκτελείται η μουσική μόνον από άψυχα όργανα και μουσικούς, αλλά ακουγεται και ανθρώπινη φωνή
  3. σχετικός με τη φωνητική, τον κλάδο της γλωσσολογίας


32πχ Μεταφράσεις[]