φωνητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φωνητικός φωνητική φωνητικό
γενική φωνητικού φωνητικής φωνητικού
αιτιατική φωνητικό φωνητική φωνητικό
κλητική φωνητικέ φωνητική φωνητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φωνητικοί φωνητικές φωνητικά
γενική φωνητικών φωνητικών φωνητικών
αιτιατική φωνητικούς φωνητικές φωνητικά
κλητική φωνητικοί φωνητικές φωνητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φωνητικός < ελληνιστική κοινή φωνητικός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική phonétique)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φωνητικός

  1. σχετικός με τη φωνή
    οι φωνητικές χορδές
  2. (ουσιαστικοποιημένο) τα φωνητικά: το τμήμα ενός έργου όπου δεν εκτελείται η μουσική μόνον από άψυχα όργανα και μουσικούς, αλλά ακουγεται και ανθρώπινη φωνή
  3. (γλωσσολογία) σχετικός με τη φωνητική, τον κλάδο της γλωσσολογίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]