work out

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: workout

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας work out
γ΄ ενικό ενεστώτα works up
αόριστος worked up
παθητική μετοχή worked up
ενεργητική μετοχή working up

Ετυμολογία [επεξεργασία]

→ δείτε τις λέξεις work και out

Ρήμα[επεξεργασία]

work out (en)

  1. (μεταβατικό) υπολογίζω
    • καταλαβαίνω κατόπιν σκέψης κάτι
  2. (αμετάβατο) γυμνάζομαι
  3. δουλεύω, επεξεργάζομαι
  4. επιτυγχάνω
  5. συμφωνώ, επιτυγχάνω συμφωνία, τα βρίσκω με κάποιον

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]