έμφραγμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | έμφραγμα | εμφράγματα |
| γενική | εμφράγματος | εμφραγμάτων |
| αιτιατική | έμφραγμα | εμφράγματα |
| κλητική | έμφραγμα | εμφράγματα |
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ˈɛɱ.fɾa.ɣma/
Ουσιαστικό [
]
έμφραγμα
Μεταφράσεις [
]
έμφραγμα
|
|