έμφραγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έμφραγμα εμφράγματα
γενική εμφράγματος εμφραγμάτων
αιτιατική έμφραγμα εμφράγματα
κλητική έμφραγμα εμφράγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έμφραγμα < αρχαία ελληνική ἔμφραγμα < ἐμφράσσω < ἐν + φράσσω (2. σημασιολογικό δάνειο από λατινική infarctus)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɛɱ.fɾa.ɣma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έμφραγμα ουδέτερο

  1. οτιδήποτε χρησιμεύει για φράξιμο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βούλωμα, τάπα, φραγμός
  2. (ιατρική) νέκρωση ιστού εξαιτίας απόφραξης αρτηρίας από θρόμβωση ή εμβολή
  3. (ιατρική) (οδοντιατρική) ουσία με την οποία γεμίζεται η τρύπα ενός δοντιού που έχει τερηδόνα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σφράγισμα

32πχ Μεταφράσεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []