άδουλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἄδουλος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. άδουλος < α- (στερητικό) + δουλειά
  2. άδουλος < αρχαία ελληνική ἄδουλος < α- στερητικό + δούλος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άδουλος αρσενικό, άδουλη θηλυκό, άδουλο ουδέτερο

  1. που δεν εργάζεται, που δεν απασχολείται με κάτι, ο άνεργος ή άεργος
  2. (παρωχημένο) που δεν έχει δούλους


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]