άμορφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άμορφος άμορφη άμορφο
γενική άμορφου άμορφης άμορφου
αιτιατική άμορφο άμορφη άμορφο
κλητική άμορφε άμορφη άμορφο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άμορφοι άμορφες άμορφα
γενική άμορφων άμορφων άμορφων
αιτιατική άμορφους άμορφες άμορφα
κλητική άμορφοι άμορφες άμορφα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άμορφος < αρχαία ελληνική ἄμορφος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άμορφος, -η, -ο

  1. χωρίς μορφή, χωρίς σαφές σχήμα
    μετά το σεισμό το σπίτι είχε μεταβληθεί σε μια άμορφη μάζα από ερείπια

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]