άφεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η άφεση οι αφέσεις
      γενική της άφεσης
αφέσεως*
των αφέσεων
    αιτιατική την άφεση τις αφέσεις
     κλητική άφεση αφέσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άφεση < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἄφεσις (απαλλαγή), ελληνιστική σημασία: συγχώρεση < ἀφίημι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άφεση θηλυκό

  1. η απαλλαγή
    άφεση χρέους
  1. άφεση αμαρτιών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]