αμάρτημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμάρτημα αμαρτήματα
γενική αμαρτήματος αμαρτημάτων
αιτιατική αμάρτημα αμαρτήματα
κλητική αμάρτημα αμαρτήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αμάρτημα < αρχαία ελληνική ἁμάρτημα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈmaɾ.ti.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αμάρτημα ουδέτερο

  1. (θρησκεία) η παραβίαση ενός ηθικού κανόνα ή του θείου νόμου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αμαρτία
  2. (κατ’ επέκταση) η παραβίαση οποιωνδήποτε κανόνων, αρχών κ.λπ.

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

32πχ Μεταφράσεις[]