αβυσσώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αβυσσώδης αβυσσώδης αβυσσώδες
γενική αβυσσώδους αβυσσώδους αβυσσώδους
αιτιατική αβυσσώδη αβυσσώδη αβυσσώδες
κλητική αβυσσώδη(ς) αβυσσώδης αβυσσώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβυσσώδεις αβυσσώδεις αβυσσώδη
γενική αβυσσωδών αβυσσωδών αβυσσωδών
αιτιατική αβυσσώδεις αβυσσώδεις αβυσσώδη
κλητική αβυσσώδεις αβυσσώδεις αβυσσώδη

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβυσσώδης < άβυσσ(ος) + -ώδης. Δείτε και το αρχαίο ἀβύσσαιος, ἀβυσσικός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.viˈso.ðis/
συλλαβισμός: α‐βυσ‐σώ‐δης

Επίθετο[επεξεργασία]

αβυσσώδης, -ης , -ες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • λήμμα «άβυσσος» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.