αδιάβροχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιάβροχος < ελληνιστική κοινή ἀδιάβροχος < ἀ- (στερητικό) + διά + βροχή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αδιάβροχος -η -ο

  1. που δεν τον διαπερνάει η βροχή, το νερό.
  2. το ουδέτερο ως ουσ: Το αδιάβροχοδείτε τη λέξη: .

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]