αεροναυτιλλόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αεροναυτιλλόμενος αεροναυτιλλόμενοι
γενική αεροναυτιλλομένου
& αεροναυτιλλόμενου
αεροναυτιλλομένων
& αεροναυτιλλόμενων
αιτιατική αεροναυτιλλόμενο αεροναυτιλλομένους
& αεροναυτιλλόμενους
κλητική αεροναυτιλλόμενε αεροναυτιλλόμενοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αεροναυτιλλόμενος < αερο- + ναυτιλλόμενος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αεροναυτιλλόμενος αρσενικό

  • που κινείται με κάποιο ιπτάμενο μέσο στον αέρα
    Η Τουρκία εξέδωσε πριν από λίγες ημέρες NOTAM (αγγελία προς αεροναυτιλλομένους) με την οποία δεσμεύει ένα τμήμα του Βορείου Αιγαίου, μεταξύ Σκύρου, Λέσβου, Αγίου Ευστρατίου και Ψαρών, προκειμένου να πραγματοποιήσει στρατιωτικές ασκήσεις… (ΝΟΤΑΜ της Αθήνας για τουρκικές ασκήσεις, Καθημερινή, 04.11.2015)
    Μόνιμο πεδίο βολής που ουσιαστικά «κόβει στη μέση το Αιγαίο» διεκδικεί η Τουρκία, εκδίδοντας την περασμένη Παρασκευή παράτυπη αγγελία προς αεροναυτιλλομένους (ΝΟΤΑΜ) και δεσμεύοντας μία τεράστια περιοχή από τα δυτικά της Σκύρου μέχρι και ανατολικά της Λήμνου εντός του FIR Αθηνών. (εφ. Το Βήμα, 1/3/2015)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]