αιφνιδιασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αιφνιδιασμένος αιφνιδιασμένη αιφνιδιασμένο
γενική αιφνιδιασμένου αιφνιδιασμένης αιφνιδιασμένου
αιτιατική αιφνιδιασμένο αιφνιδιασμένη αιφνιδιασμένο
κλητική αιφνιδιασμένε αιφνιδιασμένη αιφνιδιασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αιφνιδιασμένοι αιφνιδιασμένες αιφνιδιασμένα
γενική αιφνιδιασμένων αιφνιδιασμένων αιφνιδιασμένων
αιτιατική αιφνιδιασμένους αιφνιδιασμένες αιφνιδιασμένα
κλητική αιφνιδιασμένοι αιφνιδιασμένες αιφνιδιασμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιφνιδιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αιφνιδιάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αιφνιδιασμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: αιφνιδιάζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]