αλεσμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αλεσμένος αλεσμένη αλεσμένο
γενική αλεσμένου αλεσμένης αλεσμένου
αιτιατική αλεσμένο αλεσμένη αλεσμένο
κλητική αλεσμένε αλεσμένη αλεσμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλεσμένοι αλεσμένες αλεσμένα
γενική αλεσμένων αλεσμένων αλεσμένων
αιτιατική αλεσμένους αλεσμένες αλεσμένα
κλητική αλεσμένοι αλεσμένες αλεσμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλεσμένος< (μετοχή) παθ. παρακειμένου του ρήματος αλέθω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αλεσμένος - η- ο

  1. που έχει αλεστεί.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]