αμάρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμάρα αμάρες
γενική αμάρας αμαρών
αιτιατική αμάρα αμάρες
κλητική αμάρα αμάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμάρα < αρχαία ελληνική ἀμάρα (3: (σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) conduit)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμάρα θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) αρδευτικό αυλάκι
  2. υπόνομος, οχετός
  3. (ζωολογία) (μεταφορικά) η κοινή έξοδος για το πεπτικό,το ουροποιητικό και το αναπαραγωγικό σύστημα στα αμφίβια, ερπετά και πτηνά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κλοάκη
    Αντιθέτως οι κόκορες διαθέτουν μια πολύ μικρή φαλλική προεξοχή και εξασφαλίζουν τη διαιώνιση του είδους τους μέσω της αμάραςκλοάκης), της κοινής εξόδου του πεπτικού, του ουροποιητικού και του αναπαραγωγικού συστήματός τους, την οποία διαθέτουν και οι κότες: το σπέρμα περνάει στο θηλυκό όταν οι δυο παρτενέρ ενώνουν τα εν λόγω σημεία στο λεγόμενο «φιλί της κλοάκης». (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]