ανάλατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ανάλατος ανάλατη ανάλατο
γενική ανάλατου ανάλατης ανάλατου
αιτιατική ανάλατο ανάλατη ανάλατο
κλητική ανάλατε ανάλατη ανάλατο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανάλατοι ανάλατες ανάλατα
γενική ανάλατων ανάλατων ανάλατων
αιτιατική ανάλατους ανάλατες ανάλατα
κλητική ανάλατοι ανάλατες ανάλατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανάλατος < μεσαιωνική ελληνική < α- στερητικό + αλάτι

Open book 01.svg Επίθετο[]

ανάλατος, -η, -ο

  1. που δεν έχει καθόλου αλάτι
  2. που δεν είναι επαρκώς αλατισμένος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άνοστος
  3. (μεταφορικά) για λόγια ή αστεία που δεν περιέχουν κάτι έξυπνο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άνοστος


32πχ Μεταφράσεις[]