αναθεωρητισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αναθεωρητισμός οι αναθεωρητισμοί
      γενική του αναθεωρητισμού των αναθεωρητισμών
    αιτιατική τον αναθεωρητισμό τους αναθεωρητισμούς
     κλητική αναθεωρητισμέ αναθεωρητισμοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναθεωρητισμός < αναθεωρητής + -ισμός < αναθεωρώ· (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική révisionnisme

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναθεωρητισμός αρσενικό

  1. (φιλοσοφία) αναθεωρητική τάση επί φιλοσοφικών ιδεών
  2. (ιστορία) ιστορική αναθεώρηση κυρίως με πολιτικά κίνητρα και σπανιότερα επιστημονικά

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]