αντιβίωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αντιβίωση οι αντιβιώσεις
      γενική της αντιβίωσης
& αντιβιώσεως
των αντιβιώσεων
    αιτιατική την αντιβίωση τις αντιβιώσεις
     κλητική αντιβίωση αντιβιώσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντιβίωση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική antibiosis < αρχαία ελληνική ἀντί + βίωσις < βιόω / βιῶ < βίος < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷíh₃we- (ζω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /an.di.ˈvi.ɔ.si/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιβίωση θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]