ανυψωνόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανυψωνόμενος ανυψωνόμενη ανυψωνόμενο
γενική ανυψωνόμενου ανυψωνόμενης ανυψωνόμενου
αιτιατική ανυψωνόμενο ανυψωνόμενη ανυψωνόμενο
κλητική ανυψωνόμενε ανυψωνόμενη ανυψωνόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανυψωνόμενοι ανυψωνόμενες ανυψωνόμενα
γενική ανυψωνόμενων ανυψωνόμενων ανυψωνόμενων
αιτιατική ανυψωνόμενους ανυψωνόμενες ανυψωνόμενα
κλητική ανυψωνόμενοι ανυψωνόμενες ανυψωνόμενα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ni.pso.'no.mε.nos/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ανυψωνόμενος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ανυψώνω

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]