απαρτία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απαρτία απαρτίες
γενική απαρτίας απαρτιών
αιτιατική απαρτία απαρτίες
κλητική απαρτία απαρτίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαρτία < αρχαία ελληνική ἀπαρτία (λόγω συσχέτισής του με το απαρτίζω) < επίρρημα ἀπαρτί < ἀπ᾽ ἄρτι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απαρτία θηλυκό

  1. η παρουσία ενός ελάχιστου αριθμού μελών ενός σώματος που επιτρέπει σε αυτό να συνεδριάσει και να πάρει αποφάσεις
  2. (μεταφορικά) πλήρης η συντροφιά, η παρέα, δεν λείπει κανείς, μπορεί να ξεκινήσει το γλέντι, ο χορός, η βόλτα κ.λπ.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]