αποδόσιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀποδόσιμος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποδόσιμος αποδόσιμη αποδόσιμο
γενική αποδόσιμου αποδόσιμης αποδόσιμου
αιτιατική αποδόσιμο αποδόσιμη αποδόσιμο
κλητική αποδόσιμε αποδόσιμη αποδόσιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποδόσιμοι αποδόσιμες αποδόσιμα
γενική αποδόσιμων αποδόσιμων αποδόσιμων
αιτιατική αποδόσιμους αποδόσιμες αποδόσιμα
κλητική αποδόσιμοι αποδόσιμες αποδόσιμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποδόσιμος < (λόγιο) < ελληνιστική κοινή ἀποδόσιμος (που αποκαθίσταται)[1]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αποδόσιμος, -η, -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.