απολυμαντικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απολυμαντικός απολυμαντική απολυμαντικό
γενική απολυμαντικού απολυμαντικής απολυμαντικού
αιτιατική απολυμαντικό απολυμαντική απολυμαντικό
κλητική απολυμαντικέ απολυμαντική απολυμαντικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απολυμαντικοί απολυμαντικές απολυμαντικά
γενική απολυμαντικών απολυμαντικών απολυμαντικών
αιτιατική απολυμαντικούς απολυμαντικές απολυμαντικά
κλητική απολυμαντικοί απολυμαντικές απολυμαντικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απολυμαντικός < απολυμαίνω < αρχαία ελληνική ἀπολυμαίνομαι < λῦμα

Επίθετο[επεξεργασία]

απολυμαντικός

  1. που απολυμαίνει, που συμβάλλει στην απολύμανση
    απολυμαντικό υγρό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]