αποχλωριωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αποχλωριωμένος αποχλωριωμένη αποχλωριωμένο
γενική αποχλωριωμένου αποχλωριωμένης αποχλωριωμένου
αιτιατική αποχλωριωμένο αποχλωριωμένη αποχλωριωμένο
κλητική αποχλωριωμένε αποχλωριωμένη αποχλωριωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποχλωριωμένοι αποχλωριωμένες αποχλωριωμένα
γενική αποχλωριωμένων αποχλωριωμένων αποχλωριωμένων
αιτιατική αποχλωριωμένους αποχλωριωμένες αποχλωριωμένα
κλητική αποχλωριωμένοι αποχλωριωμένες αποχλωριωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποχλωριωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποχλωριώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αποχλωριωμένος, -η, -ο

  1. αυτός/αυτή/αυτό που έχει υποστεί αποχλωρίωση
  2. (χημεία): αυτός/αυτή/αυτό που από το μόριό του έχουν αφαιρεθεί άτομα χλωρίου ή χλωριούχων αλάτων μετά από σχετική χημική αντίδραση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]