απόκρυφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απόκρυφος απόκρυφη απόκρυφο
γενική απόκρυφου απόκρυφης απόκρυφου
αιτιατική απόκρυφο απόκρυφη απόκρυφο
κλητική απόκρυφε απόκρυφη απόκρυφο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απόκρυφοι απόκρυφες απόκρυφα
γενική απόκρυφων απόκρυφων απόκρυφων
αιτιατική απόκρυφους απόκρυφες απόκρυφα
κλητική απόκρυφοι απόκρυφες απόκρυφα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόκρυφος < αρχαία ελληνική ἀπόκρυφος (2.σημασιολογικό δάνειο από γαλλική occulte)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈpɔ.kɾi.fɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απόκρυφος, -η, -ο

  1. που τον κρατούν κρυμμένο, κρυφό, μυστικό
  2. άλλη μορφή του αποκρυφιστικός

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]